Η βία εναντίον των γυναικών δεν είναι απλώς μια κοινωνική παθογένεια· είναι μια βαθιά πληγή που διαπερνά οικογένειες, κοινότητες και ολόκληρες κοινωνίες. Πίσω από κάθε στατιστικό στοιχείο κρύβεται ένας άνθρωπος, μια ζωή που σημαδεύτηκε από τον φόβο, την ταπείνωση και την απώλεια της αξιοπρέπειας. Η κακοποίηση δεν εκδηλώνεται μόνο με χτυπήματα και σωματικές επιθέσεις. Ζει μέσα στις απειλές, στις προσβολές, στον ψυχολογικό εκβιασμό, στην οικονομική εξάρτηση, στη σιωπή που επιβάλλεται με τον τρόμο.
Για πολλές γυναίκες, το σπίτι —ο χώρος που θα έπρεπε να αποτελεί καταφύγιο ασφάλειας— μετατρέπεται σε τόπο αγωνίας. Κάθε βήμα, κάθε λέξη, κάθε απόφαση ελέγχεται. Η προσωπικότητα συνθλίβεται αργά, μεθοδικά, μέχρι το θύμα να αρχίσει να αμφισβητεί την ίδια του την αξία. Η κακοποίηση δεν τραυματίζει μόνο το σώμα· διαβρώνει την ψυχή, αφήνοντας ουλές αόρατες αλλά εξίσου βαθιές.
Ακόμη πιο οδυνηρό είναι το γεγονός ότι πολλές γυναίκες υποφέρουν πίσω από κλειστές πόρτες, παγιδευμένες ανάμεσα στον φόβο, στην κοινωνική κατακραυγή και στην έλλειψη υποστήριξης. Η σιωπή γίνεται φυλακή. Κάθε κραυγή που δεν ακούγεται, κάθε δάκρυ που κρύβεται, αποτελεί υπενθύμιση μιας πραγματικότητας που συχνά παραμένει αθέατη.
Η βία κατά των γυναικών δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Είναι προσβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Μια κοινωνία που ανέχεται, δικαιολογεί ή αποσιωπά τέτοιες συμπεριφορές γίνεται συνένοχη στη διαιώνισή τους. Η καταπολέμηση αυτού του φαινομένου απαιτεί εκπαίδευση, ευαισθητοποίηση, ισχυρούς θεσμούς προστασίας και, πάνω απ’ όλα, μηδενική ανοχή απέναντι σε κάθε μορφή κακοποίησης.
Καμία γυναίκα δεν πρέπει να ζει υπό τον ίσκιο του φόβου. Καμία δεν πρέπει να αισθάνεται ότι η ζωή, η ελευθερία ή η αξιοπρέπειά της εξαρτώνται από τη βούληση κάποιου άλλου. Η φωνή κάθε γυναίκας που υψώνεται απέναντι στη βία είναι μια πράξη θάρρους. Και η υποχρέωση της κοινωνίας είναι να την ακούσει, να τη στηρίξει και να διασφαλίσει ότι η δικαιοσύνη θα υπερισχύσει της σιωπής